Γιώργος Λιάβας: «Πριν τον δεύτερο χιαστό, έβλεπα τον πατέρα μου σε όνειρα να μου λέει ότι δεν προσέχω»
Ραντεβού έξω από το γήπεδο του Παναιτωλικού. Αφόρητη ζέστη και χωρίς ένα σημείο με λίγο σκιά. Με το χαμόγελο στα χείλη καταφτάνει και ο Γιώργος Λιάβας. Ένα παιδί που σε εκείνα τα μέρη έχει ζήσει μοναδικές στιγμές. Όνειρα, χαρές, λύπες, τραυματισμούς. Τα πάντα.
Τα λόγια περισσεύουν μπροστά σε αυτά που έχει δει και βιώσει ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Έχασε τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία, έκανε κάθε μέρα απόσταση μίας ώρας για να πάει προπόνηση, αγάπησε τον Παναιτωλικό όσο λίγοι και πλέον ζει το δικό του όνειρο στην Πορτογαλία με τη Ρίο Άβε έχοντας πάντα τα λόγια του αδικοχαμένου Μάριου Οικονόμου στο μυαλό του.
Μία μίνι ξενάγηση έξω από το γήπεδο και μετά στην καφετέρια. Δεν παλευόταν η ζέστη άλλωστε. Μία συνέντευξη 1,5 ώρες εξελίχθηκε σε μία κουβέντα που κράτησε 3-4 ώρες και είχε μόνο ιστορίες από τη ζωή του. Αστείες και σοβαρές. Σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Ένας ζεστός άνθρωπος που ανοίχτηκε αμέσως και μας έκανε νιώσουμε πολύ οικεία.
Μιλούσαμε πέρα από τα πλαίσια της συνέντευξης και πάντα έκανε αναφορά: «ωχ, κάτσε για να βγήκαμε εκτός της συνέντευξης». Ανάμεσα στις παρακάτω 6.500, περίπου, λέξεις, ο Γιώργος Λιάβας ξεδίπλωσε το κουβάρι της δικής του ιστορίας για το Gazzetta.
Από τα πρώτα βήματα στο ποδόσφαιρο, το χωριό του, τον πατέρα του, τον θείο του, το νόημα της οικογένειας, τον κολλητό του φίλο, Μάκη Μπακαδήμα και η «Οδύσσεια» με τους δύο χιαστούς πριν την επιστροφή και το μεγάλο βήμα στη Ρίο Άβε.
Θα σε πάω αρκετά πίσω. Στα παιδικά σου χρόνια. Πώς ήταν;
«Τυχερός αρχικά γιατί μεγάλωσα σε χωριό και είχα εκεί παρέες, πηγαίναμε σχολείο. Στο γυμνάσιο είχαμε ένα σχολείο για τρία χωριά οπότε γίναμε μεγαλύτερη παρέα και είχαμε και μία κόντρα ο καθένας για το χωριό του. Στα διαλλείματα και τα απογεύματα παίζαμε μπάλα συνέχεια. Θυμάμαι ότι το ποδόσφαιρο το ξεκίνησα όταν οι γιοι ενός φίλου του πατέρα μου που συνεργαζόταν, ήταν σε μία ακαδημία στο Αγρίνιο. Τις Ελπίδες Αγρινίου λεγόταν η ομάδα που τώρα είναι μαζί με τον Παναιτωλικό. Και εκείνος είπε στον πατέρα μου να με γράψει εκεί και θα με φιλοξενεί και θα με πηγαίνει εκείνος αν δεν μπορεί ο πατέρας μου. Εγώ είχα αρρώστια με το ποδόσφαιρο. Έπαιζα συνέχεια στη γειτονιά. Θυμάμαι λοιπόν ότι πήγαμε πρώτη μέρα στην ομάδα. Ήταν Τρίτη 26 Μαϊου του 2008. Το είχα γράψει στο κρεβάτι μου στο χωριό».
Πώς κύλησε η πρώτη μέρα;
«Σκέψου ότι πήρα την μπάλα μου από το σπίτι γιατί δεν ήξερα από ακαδημίες και τέτοια. Την έχω αγκαλιά με ρούχα ότι νάναι λες και πάω σχολείο. Και μόλις έφτασα, είδα ένα χαμό από παιδιά. Πολλά γήπεδα, παντού μπάλες και ένας πανικός. Εγώ «παγωτό». Να κρατάω την μπάλα και να μην κουνιέμαι. Μου έλεγε ο μπαμπάς μου να πάω στους προπονητές και στα άλλα παιδάκια. Γενικά ήμουν εύκολος στο να κοινωνικοποιηθώ αλλά εκεί μαζεύτηκα τελείως. Μιλιά δεν έβγαζα. Ξεκινάει η προπόνηση λοιπόν. Λέει ο προπονητής αφήστε τις μπάλες και αρχίστε «ποδαράκια» τα γνωστά. Εγώ τίποτα. Δεν άφηνα την μπάλα κάτω. Ξεκινούν όλοι να κάνουν και μας έλεγε να αφήνουμε την μπάλα να σκάει κάτω και να κάνουμε το επόμενο, επειδή ήμασταν μικροί. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε συνεχόμενα. Εγώ είχα μάθει (γέλια). Ήθελα να τους δείξω ότι μπορώ αλλά δεν άφηνα την μπάλα κάτω. Φοβόμουν διάφορα να μην χάσω την μπάλα ή μου την πάρει άλλο παιδάκι. Έπαιζα καμία πάσα αλλά η μπάλα εκεί. Σιγά-σιγά άρχισα να γνωρίζομαι μαζί τους, έμενα σπίτι τους, ο πατέρας μου γνώρισε τους προπονητές και τους άλλους γονείς. Και θυμάμαι ότι η συνδρομή ήταν 20 ευρώ αλλά επειδή ερχόμασταν από μακριά, δεν μας πήραν ούτε ευρώ. Ήταν 1 ώρα πήγαινε και άλλη μία ώρα γύρνα. Πήγαμε Καρπενήσι, ήταν 300 ευρώ το παιδί αλλά μας είπαν από την ακαδημία ότι είναι δικά τους τα έξοδα για εμένα. Είχα και τρομερούς προπονητές εκεί. Με βοηθούσαν πάντα».
Είχατε καλή φουρνιά παικτών;
«Όλη η γενιά που ήμασταν 1999-2000-2001 και 2002 είχαμε τρομερή φουρνιά στις Ελπίδες και μας πήραν όλους στον Παναιτωλικό επειδή είχε πάει η Κ15 στη Superleague. Φύγαμε όλοι μαζί. Εγώ στην Κ15, τα 3/4 της ομάδας ήταν με τις Ελπίδες. Έγραφα εξετάσεις θυμάμαι στην 1η γυμνασίου και με παίρνει ο πατέρας μου και μου λέει ότι πρέπει να πάμε στον Παναιτωλικό να κάνουμε μία προπόνηση και πρέπει να πάμε γιατί πιστεύουν ότι δεν θέλουμε να πάμε, επειδή είχα κάνει κάποια δοκιμαστικά στον Ολυμπιακό πιο πριν. Μου είπε να πάμε και εκεί να δούμε πως είναι. Τότε εγώ δεν πολυήθελα γιατί ήθελα να μείνω στις Ελπίδες που ήταν η παρέα μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Γράφω εξετάσεις, μηδέν βέβαια (γέλια) δεν μου πήρε και ώρα. Πήρα το λεωφορείο, πήγα σπίτι, ξεκινάμε με τον πατέρα μου από εκεί και πήγαμε στο Εμιλέον. Μπαίνω στα αποδυτήρια και βλέπω όλα τα παιδιά από τις Ελπίδες και λέω "τι κάνετε εδώ εσείς;" (γέλια)»
Οπότε και η προσαρμογή σου ήταν πιο βατή. Πότε άρχισες να παίρνεις τα... πάνω σου;
«Μετά από λίγες μέρες, είχαμε τουρνουά στο Πόρτο Χέλι με τον Παναιτωλικό. Με πιάνει ο προπονητής μου λέει θα έρθεις με εμάς στο Πόρτο Χέλι αλλά με περνούσαν δύο χρόνια τα παιδιά. Πήγα αλλά στο πρώτο ματς, εκτός αποστολής (γέλια). Επόμενο ματς, εγώ έπαιζα αριστερό στόπερ. Λέει τα στόπερ ο προπονητής και δεν με αναφέρει, οπότε λέω πάλι θα είμαι εκτός αποστολής. Δεξί μπακ και λέει εμένα. Δεν έχω παίξει δεξί μπακ ούτε στο playstation (γέλια). Παίζω με τους '99, ψήθηκα, νικήσαμε και στο επόμενο ματς πάλι δεξί μπακ και πάλι νικήσαμε. Είχαμε ωραίο γκρουπ. Χτίστηκε ωραίο κλίμα σε αυτές τις πέντε μέρες και μετά είπα στον πατέρα μου: "δεν ξέρω τι θα γίνει, εγώ θα πάω στον Παναιτωλικό". Έτσι ξεκίνησε η ιστορία μου εκεί».
Είπες ότι είχες κάνει δοκιμαστικά στον Ολυμπιακό.
«Είχα κάνει ναι. Μαζί με κάποια άλλα παιδιά από τις ακαδημίες γιατί παίζαμε ως Ελπίδες με ΠΑΕ της Αθήνας αλλά δεν τους βλέπαμε να ξέρεις. Είχαμε τρομερή φουρνιά. Είχαμε παίξει με τον Ολυμπιακό, μας είχαν πει ότι μας θέλουν να μείνουμε εκεί για ένα διάστημα. Αλλά επειδή εγώ ήμουν του 2001 και όλα τα παιδιά ήταν του 2000. Εκείνοι θα ήταν Κ14 και εγώ θα είμαι Κ13. Δηλαδή δεν θα ήμουν με τους φίλους μου, οπότε δεν ήθελα. Και η μάνα μου δεν ήθελε να φύγω τόσο μικρός από το σπίτι. Μετά είχαμε παίξει με τη Λάτσιο και τη Ρόμα. Από τη Ρόμα μας είχαν πει ότι θέλουν να μας ξαναδούν, να πάμε στη Ρώμη και τέτοια. Ήταν πολύ δύσκολο βέβαια αλλά δεν ξέρω τι θα είχε γίνει»
Ποιος σου πέρασε το γονίδιο του ποδοσφαίρου;
«Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος με το ποδόσφαιρο. Έπαιξε μέχρι και Δ' Εθνική. Όλη η ζωή μου ήταν ποδόσφαιρο. Όταν ήμουν μικρός, υπήρχε ένα λεωφορείο που περνούσε από τα χωριά και κατέληγε στο Λύκειο ή το γυμνάσιο. Όταν φτάναμε στον Μύτικα, υπήρχε μία στάση που διαρκούσε 15 με 20 λεπτά. Εγώ κατέβαινα, έκανα σπριντ στον Τύπο και έπαιρνα όλες τις εφημερίδες με τη σειρά. Ότι υπήρχε. Πήγαινα σπίτι τις έδινα στον πατέρα μου, τις διάβαζε, μετά τις έπαιρνα εγώ. Εντεκάδες, μεταγραφικά όλα. Ο πατέρας μου ήταν και Παναθηναϊκός, οπότε ήθελε μία συγκεκριμένη εφημερίδα».
Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη στο gazzetta πατώντας εδώ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου